Όσο η Ημέρα σκόρπιζε το φως της στο σύμπαν, η Νύχτα έμενε κλεισμένη στο θεοσκότεινο παλάτι της. Αναπαυόταν στον εβένινο θρόνο της έχοντας συντροφιά της τον πολυαγαπημένο της γιο, τον Ύπνο. Μετά τη γέννηση του Αιθέρα και της Ημέρας, ο ερχομός του Ύπνου είχε δώσει στη Νύχτα απερίγραπτη χαρά. Έσκυβε πάνω από το προσκεφάλι του και πότε χάιδευε τα μαύρα του μαλλιά και πότε τα χλωμά του μάγουλα. Τον αγαπούσε αφάνταστα, τον κανάκευε και χαιρόταν να τον βλέπει να μεγαλώνει σε δύναμη κι ανάστημα.

Αχώριστοι οι δυο τους, τον έπαιρνε μαζί της όπου κι αν πήγαινε. Επάνω σ’ ένα μαύρο σύννεφο, η Νύχτα και ο Ύπνος ταξίδευαν στο σύμπαν. Ενώ η Νύχτα άπλωνε το πέπλο της κι έπεφτε παντού σκοτάδι, ο Ύπνος κοίμιζε όλους τους κουρασμένους – βασιλιάδες, ήρωες και θνητούς – άλλοτε ακουμπώντας τους απαλά με το μαγικό ραβδί του, άλλοτε ραντίζοντάς τους με σταγόνες λησμονιάς, άλλοτε πάλι κουνώντας ρυθμικά τα ελαφριά φτερά του. Η δύναμη του Ύπνου ήταν πολύ μεγάλη, τόσο μεγάλη μάλιστα που μπορούσε να κοιμίσει ακόμη και τους θεούς!

Περήφανη η Νύχτα για τον γιο της, μόλις επέστρεψαν κάποτε στο παλάτι τους μετά απ’ τη νυχτερινή τους έξοδο, γύρισε και του είπε:

– Αφέντης όλων είσαι τώρα γιε μου και δύναμη ανίκητη έχεις. Σου αρμόζει ν’ αποκτήσεις ανάκτορο τρανό και σαν έρθει η ώρα δική σου οικογένεια να κάνεις.

Κι έβαλε στη χούφτα του ένα μαλαματένιο, άφθαρτο κλειδί.  Έτσι απέκτησε ο Ύπνος τη δική του κατοικία σε κείνο τον παράξενο τόπο που το φως του ήλιου δεν έφτανε ποτέ. Αντίθετα από το παλάτι της Νύχτας που είχε μόνο μία πύλη, στο ανάκτορο του Ύπνου υπήρχαν δύο πύλες, που ήταν πάντα ανοιχτές, μια κοκάλινη και άλλη μια φτιαγμένη από ελεφαντόδοντο. Μπροστά και γύρω-γύρω από το ανάκτορο υπήρχαν αμέτρητες παπαρούνες, όχι κόκκινες, όπως είναι οι αγριοπαπαρούνες στα λιβάδια, αλλά μαύρες. Στο κέντρο του ανακτόρου και κάτω από αυτό, κυλούσε ο ποταμός της Λησμονιάς, που και οι θεοί ακόμη απέφευγαν να πιούν από το νερό της.

Η ζωή του Ύπνου περνούσε γαλήνια, είτε περιδιαβαίνοντας με τη Νύχτα στο σύμπαν είτε φροντίζοντας τις αγαπημένες του παπαρούνες, που από τους χυμούς τους έφτιαχνε διάφορα υπνωτικά.

Κάποια νύχτα που πετούσε με τη μητέρα του πάνω από τον Όλυμπο, θαμπώθηκε από την ομορφιά και τη χάρη της Πασιθέας, που ήταν η μικρότερη και η ομορφότερη από τις Χάριτες. Η επιθυμία να την κάνει γυναίκα του ήταν πολύ μεγάλη, όμως δίσταζε να της το πει γιατί ήταν ντροπαλός. Κράτησε λοιπόν το μυστικό του κρυφό και το μόνο που έκανε ήταν να επισκέπτεται κάθε βράδυ την Πασιθέα, να την αγγίζει με το μαγικό ραβδί του και να θαυμάζει την υπέροχη ομορφιά της όσο εκείνη γλυκοκοιμόταν. Η Πασιθέα δεν μπορούσε να τον δει γιατί γινόταν αόρατος κι έπαιρνε μορφή μόνο όταν εκείνη είχε αποκοιμηθεί.

Ένα βράδυ που η Ήρα περνούσε έξω από το δωμάτιο της Πασιθέας, είδε την πόρτα μισάνοιχτη. Στάθηκε να ρίξει μια ματιά. Τότε, είδε τον γλυκό Ύπνο να κάθεται δίπλα στο προσκέφαλο της Πασιθέας και χάρηκε πολύ με τη σκέψη να τους παντρέψει. Καιρό τώρα ήθελε να του ζητήσει μια χάρη, και να που απόψε ήταν η τυχερή της νύχτα.

Πολύ νωρίς το επόμενο πρωί, η δολοπλόκος Ήρα στολίστηκε, αρωματίστηκε και άφησε γοργά τις κορυφές του Ολύμπου ανεβασμένη επάνω στο χρυσό της άρμα. Κατηφόρισε στα πέρατα της γης και χάθηκε μέσα στην πυκνή καταχνιά. Ο Ύπνος παραξενεύτηκε πολύ σαν την είδε από μακριά να πλησιάζει στο σκοτεινό του βασίλειο. Βγήκε στο κατώφλι να την καλωσορίσει.

– Τι καλό σε φέρνει στα σκοτεινά μας μέρη;

– Ύπνε, αφέντη των θεών και των ανθρώπων, άκουσε τη χάρη που θέλω να σου ζητήσω και για δώρο θα σου δώσω την Πασιθέα για γυναίκα σου, του είπε με πονηριά η Ήρα.

Μόλις το άκουσε ο Ύπνος χάρηκε πολύ.

– Αν μέγα όρκο δώσεις στο αθάνατο νερό της Στύγας ότι θα κρατήσεις το λόγο σου, τότε υπόσχομαι να κάνω αυτό που θέλεις.

Ορκίστηκε η Ήρα στο νερό της Στύγας και αμέσως είπε στον Ύπνο την επιθυμία της.

– Τον Δία θέλω να βυθίσεις σε ύπνο γλυκό, να σταματήσει να προστατεύει τους Τρώες στη μάχη.

Ο Ύπνος δεν έχασε καιρό. Αμέσως, πέταξε ως την Τροία και μεταμορφωμένος σε πουλί αποκοίμισε τον Δία. Η Ήρα, από την μεριά της, κράτησε τον λόγο της και πολύ γρήγορα ο Ύπνος και η αγαπημένη του Πασιθέα παντρεύτηκαν. Όλοι ενθουσιάστηκαν από εκείνο τον γάμο, περισσότερο όμως χάρηκε η Νύχτα που ο πολυαγαπημένος της γιος είχε μια τέτοια όμορφη τύχη!

Ο Ύπνος και η Πασιθέα έζησαν ευτυχισμένοι στο βασίλειό τους και απέκτησαν πάρα πολλά παιδιά, πάνω-κάτω χίλια στον αριθμό, όλα αγόρια! Οι Όνειροι είχαν φοβερή αδυναμία στον πατέρα τους, που τους αγαπούσε όλους έναν προς έναν. Ανάμεσά τους όμως ξεχώριζε πιο πολύ τον Μορφέα, τον Ίκελο, τον Φάντασο και τον Φοβήτορα.

Ο Μορφέας ήταν ο πιο δυνατός από όλους τους Όνειρους γιατί μονάχα εκείνος πήγαινε στα όνειρα των βασιλιάδων και των ηρώων και, το πιο σημαντικό, μετέφερε τα μηνύματα των θεών στους ανθρώπους μέσα από τα όνειρα που τους έστελνε παίρνοντας πάντα ανθρώπινη μορφή.

Αντίθετα, ο αδερφός του ο Φοβήτωρ ήταν ο πιο μισητός από τους Όνειρους. Διασκέδαζε με το να στέλνει εφιάλτες στους ανθρώπους και να τους φοβίζει παίρνοντας μορφή τρομακτικών ζώων ή τεράτων.

Από την άλλη, ο Φάντασος ήταν ένας Όνειρος που διέθετε μεγάλη φαντασία! Κανένας άνθρωπος δεν μπορούσε να καταλάβει το νόημα από τα όνειρα που έστελνε ο Φάντασος. Πολλές φορές ο Ίκελος, ο τέταρτος σπουδαίος Όνειρος, προσπαθούσε να προσγειώσει την αχαλίνωτη φαντασία του αδερφού του χωρίς όμως αποτέλεσμα.

– Στείλε εσύ τα δικά σου όνειρα που μοιάζουν αληθινά και άφησε τη δική μου φαντασία να οργιάζει, του έλεγε ο Φάντασος και έβαζε τον Ίκελο στη θέση του.

Οι διαφωνίες πάντα υπήρχαν μεταξύ των αδερφών γιατί ο καθένας τους είχε διαφορετικό χαρακτήρα. Κανένας όμως δεν προσπαθούσε ν’ αλλάξει τον άλλον και όλοι δέχονταν τον καθένα με τα προτερήματα και τα ελαττώματά του.

Όσο λοιπόν η θεία τους, η Ημέρα, σεργιάνιζε στον κόσμο, οι Όνειροι τριγυρνούσαν, διαφωνούσαν, περιπαίζονταν στο σκοτεινό ανάκτορο περιμένοντας τη γιαγιά Νύχτα να έρθει για να την συνοδέψουν με τον Ύπνο στη βραδινή της έξοδο. Σαν την έβλεπαν μάλιστα, ξεχύνονταν όλοι οι Όνειροι έξω από το ανάκτορο, περνώντας είτε μέσα από την κοκάλινη πύλη είτε μέσα από την πύλη τη φτιαγμένη από ελεφαντόδοντο.

Αν οι Όνειροι, περνούσαν μέσα από την κοκάλινη πύλη, τα όνειρα που έστελναν μετά στους ανθρώπους ήταν αληθινά. Αν πάλι περνούσαν από την άλλη πύλη, εκείνη από ελεφαντόδοντο, τότε τα όνειρα ήταν ψεύτικα και απατηλά. Να λοιπόν γιατί υπήρχαν δύο πύλες στο ανάκτορο του Ύπνου, και μάλιστα ορθάνοιχτες! Για έναν και μόνο λόγο: για να μπορεί κανείς να βλέπει τα διαφορετικά όνειρα που βρίσκονταν μέσα στο ανάκτορο του Ύπνου.

Μήπως θυμάσαι τι όνειρο είδες χθες;

ΔΙΑΒΑΣΕ ΕΠΙΣΗΣ